Η συζήτηση γύρω από την καθολική καταγραφή της περιουσίας των πολιτών και τη φορολόγηση του πλούτου έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, με αφορμή προτάσεις για έκτακτες εισφορές —όπως η ιδέα μιας «πατριωτικής εισφοράς» 1% στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού. Πίσω από αυτή τη συζήτηση κρύβεται ένα βαθύτερο δίλημμα: μπορεί ένα ψηφιακό περιουσιολόγιο να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό όπλο κατά της φοροδιαφυγής, ή μήπως, όταν συνδέεται με έναν πραγματικό φόρο περιουσίας, φέρνει τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα;
Η φιλοσοφία των «υπέρ»: αναδιανομή και φορολογική δικαιοσύνη
Όσοι υποστηρίζουν την επιβολή φόρου περιουσίας μέσω ενός ολοκληρωμένου περιουσιολογίου επικαλούνται συνήθως τρία επιχειρήματα. Πρώτον, τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων: στοχεύοντας αποκλειστικά στην κορυφή της πυραμίδας του πλούτου, το κράτος θα μπορούσε να αντλήσει πόρους για κοινωνικές παροχές, ή για τη μείωση έμμεσων φόρων όπως ο ΦΠΑ, που βαραίνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Δεύτερον, την πάταξη του αδικαιολόγητου πλουτισμού —ένα ψηφιακό περιουσιολόγιο επιτρέπει τη διασταύρωση στοιχείων, ώστε ένας φορολογούμενος με πενιχρό δηλωμένο εισόδημα αλλά πολυτελή ακίνητα ή σκάφη να εντοπίζεται αυτόματα. Και τρίτον, μια λογική δίκαιου συμψηφισμού: αν αφαιρούνται οι ήδη καταβληθέντες φόροι, δεν τιμωρείται ο συνεπής φορολογούμενος, αλλά μόνο ο αδρανής ή κρυμμένος πλούτος.
Η σκληρή αλήθεια των «κατά»: γιατί το μέτρο απέτυχε παγκοσμίως
Η θεωρία ακούγεται δίκαιη. Η ιστορία, όμως, δείχνει κάτι διαφορετικό: ο φόρος περιουσίας έχει σχεδόν καταρρεύσει διεθνώς. Το 1990, δώδεκα χώρες του ΟΟΣΑ τον διατηρούσαν· σήμερα, σχεδόν όλες τον έχουν καταργήσει. Τρία παραδείγματα εξηγούν γιατί.
Στη Γαλλία, ο περίφημος φόρος ISF στην καθαρή περιουσία οδήγησε χιλιάδες εκατομμυριούχους να μεταφέρουν τη φορολογική τους έδρα σε γειτονικές χώρες, παίρνοντας μαζί τους καταθέσεις και επενδύσεις. Το γαλλικό κράτος τελικά έχασε περισσότερα έσοδα —από φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, φόρους επιχειρήσεων— απ' όσα εισέπραττε από τον ίδιο τον ISF, μέχρι που ο Εμανουέλ Μακρόν τον κατάργησε το 2018, αποκαλώντας τον ανοιχτά «αιμορραγία» για την οικονομία.
Στη Σουηδία, που κατάργησε τον δικό της φόρο περιουσίας το 2007, το πρόβλημα ήταν διαφορετικό: άνθρωποι με «παγωμένο» πλούτο —ας πούμε, ένα οικογενειακό κτήμα του οποίου η αξία εκτοξεύτηκε λόγω αναβάθμισης της περιοχής— φορολογούνταν σαν να ήταν πλούσιοι, ενώ ζούσαν με μια απλή σύνταξη, αναγκαζόμενοι μερικές φορές να πουλήσουν το ίδιο το σπίτι τους για να πληρώσουν τον φόρο. Ο πραγματικός μεγαλοπλούτος, με τους μηχανισμούς που διαθέτει, έβρισκε πάντα τρόπο να αποφύγει το βάρος· η μεσαία τάξη, όχι.
Και υπάρχει και το πρακτικό, γραφειοκρατικό πρόβλημα: για να επιβληθεί ένας τέτοιος φόρος, το κράτος πρέπει να γνωρίζει την ακριβή αξία των πάντων, κάθε 1η Ιανουαρίου. Μετοχές και μετρητά είναι εύκολα· τι γίνεται όμως με μια startup, μια συλλογή πινάκων, ή κοσμήματα σε μια τραπεζική θυρίδα; Στην Αυστρία, μέρος της αιτιολογίας για την κατάργηση του φόρου ήταν ότι το κόστος ελέγχου πλησίαζε τα ίδια τα έσοδα.
«Δεν εφαρμόστηκε σωστά»: μια δικαιολογία χωρίς τέλος
Κάθε φορά που ένα κράτος εγκαταλείπει τον φόρο περιουσίας, εμφανίζεται το ίδιο αντεπιχείρημα: δεν απέτυχε η ίδια η ιδέα, μόνο ο συγκεκριμένος σχεδιασμός της —χαμηλά όρια απαλλαγής, απουσία διεθνούς συντονισμού, εξαιρέσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσίας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το επιχείρημα δεν διαψεύδεται ποτέ στην πράξη. Όποια χώρα κι αν αποτύχει, όσες φορές κι αν αποτύχει, η απάντηση παραμένει ίδια: θα πετύχαινε, αν είχε γίνει σωστά. Είναι η ίδια ακριβώς λογική δομή με την οποία υπερασπίζονται συχνά και άλλα οικονομικά συστήματα που έχουν αποτύχει επανειλημμένα στην πράξη — η θεωρία παραμένει πάντα αλώβητη, και την ευθύνη την παίρνει κάθε φορά η «εφαρμογή». Δώδεκα χώρες δοκίμασαν, δώδεκα διαφορετικοί σχεδιασμοί, και σχεδόν όλες κατέληξαν στο ίδιο σημείο. Σε κάποιο σημείο, η επανάληψη του ίδιου αποτελέσματος αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με σύμπτωση κακού σχεδιασμού, και περισσότερο με ένδειξη ενός βαθύτερου προβλήματος στο ίδιο το μέτρο.
Πώς εντοπίζει η ΑΑΔΕ τα κρυφά εισοδήματα σήμερα
Στην Ελλάδα, αντί για έναν γενικό φόρο περιουσίας, η ΑΑΔΕ έχει στραφεί σε πιο στοχευμένες ψηφιακές μεθόδους. Τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης δεν κοιτούν τι έχει κανείς, αλλά τι ξοδεύει· αν κάποιος δηλώνει εισόδημα 5.000 ευρώ, αλλά η συντήρηση βίλας και σκάφους του κοστίζει 50.000, φορολογείται αυτόματα με βάση τη δαπάνη. Το ψηφιακό myDATA και οι τράπεζες δίνουν στις αρχές εικόνα σε πραγματικό χρόνο για κινήσεις λογαριασμών, αγορές με κάρτα, δάνεια —καθιστώντας τις παλιές, κρυφές τραπεζικές θυρίδες όλο και πιο άχρηστες. Και μέσω του διεθνούς δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών CRS, πάνω από 100 χώρες, ακόμη και πρώην φορολογικοί παράδεισοι, στέλνουν πλέον αυτόματα στην Ελλάδα στοιχεία για καταθέσεις Ελλήνων στο εξωτερικό.
Συμπέρασμα
Το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο, ως εργαλείο ελέγχου και διαφάνειας, είναι χρήσιμο από μόνο του. Όταν όμως συνδέεται με έναν τυφλό φόρο επί της συνολικής περιουσίας, μετατρέπεται σε δίκοπο μαχαίρι. Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως οι υπερβολικοί φόροι στον πλούτο σπάνια φέρνουν την κοινωνική δικαιοσύνη που υπόσχονται· συχνότερα διώχνουν κεφάλαια από τη χώρα, τιμωρούν όσους έχουν περιουσία αλλά όχι ρευστότητα, και τελικά αφήνουν τα κρατικά ταμεία εξίσου άδεια όσο πριν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου